Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

Σημειώσεις της επιμελήτριας...

      
Κοκκίνου Ευαγγελία,
κόρη του Λουκά Κόκκινου
Ο πατέρας μου είχε την τύχη ή την ατυχία να έχει εμπειρίες ζωής από μια ταραγμένη, για την περίοδο, Ελλάδα αλλά και για όλη την Ευρώπη. 


Τα χρόνια της κατοχής αλλά και το διάστημα εγκλεισμού του στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης τον φόρτωσαν με «εμπειρίες» από τις οποίες δεν βγαίνει κανείς αλώβητος. Τις κουβαλάει πάντα μαζί του και κατ’ επέκταση επηρεάζουν τη ζωή του αλλά και τη ζωή των γύρω του. Έχω σκεφτεί πολλές φορές ότι ο πατέρας μου ήταν θέμα τύχης που γλίτωσε από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και μπόρεσε να επιστρέψει στο σπίτι του, στην Άμφισσα. Είναι θέμα τύχης ακόμα και η ύπαρξή μας. Πολλοί ήταν αυτοί που δεν άντεξαν την πείνα, τις κακουχίες, τα βασανιστήρια, τις στερήσεις.

      Από μικρά παιδιά ακούγαμε τις ιστορίες του πατέρα μου, στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, σαν παραμύθια. Δεν είχαμε πιστέψει  αυτά που του συνέβησαν, μπορεί και να μη θέλαμε. Ήμασταν πολύ νέοι για να καθίσουμε ν’ ασχοληθούμε, να δώσουμε προσοχή. Τα χρόνια πέρασαν, ανοίξαμε τα φτερά μας και δεν επιστρέψαμε στην οικογενειακή εστία παρά πολλά χρόνια μετά. Δεν ξέραμε καν ότι ετοίμαζε την Α’ έκδοση του βιβλίου του. Μας το έδειξε όταν ήταν πια τυπωμένο. Η αλήθεια είναι ότι σοκαριστήκαμε μ’ αυτά που διαβάσαμε. Αισθάνθηκα υπερηφάνεια όταν πολλοί συντοπίτες μου Αμφισσείς με πλησίασαν και με συνεχάρησαν για το βιβλίο του πατέρα μου. Με πλησίασαν και μερικοί που με άφησαν να καταλάβω ότι αμφισβητούσαν τις περιπέτειές του πατέρα μου τα δύσκολα εκείνα χρόνια.


      Θεώρησα χρέος μου ότι θα έπρεπε να διασταυρώσω τα λεγόμενα του πατέρα μου με ιστορικές πηγές και αναφορές άλλων συγγραφέων που έχουν καταγράψει γεγονότα εκείνης της περιόδου έτσι ώστε να στηρίξω το λόγο του και ν’ αποδείξω, αν θέλετε, τη σκοπιμότητα καταγραφής αυτών των αναμνήσεων που ίσως θα έπρεπε να ειπωθούν χρόνια πριν και την ώρα που έπρεπε. Ο Αυστριακός φιλόσοφος Jean Amery  έγκλειστος για χρόνια στα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει τα γεγονότα εκείνης της περιόδου. Όταν πια είναι ελεύθερος σημειώνει : «Αυτός που βασανίστηκε παραμένει βασανισμένος… Όποιος υπέστη βασανιστήρια δεν θα μπορεί πλέον να προσαρμοστεί στον κόσμο, το όνειδος της εκμηδένισης δεν σβήνει ποτέ. Η εμπιστοσύνη στην ανθρωπότητα, ραγισμένη ήδη στο πρώτο ράπισμα, συντετριμμένη μετά τα βασανιστήρια, δεν επανακτάται πλέον».

      Πολλοί ήταν αυτοί που πέρασαν την εμπειρία της αιχμαλωσίας, πολλοί σιώπησαν, αλλά και αρκετοί διηγήθηκαν. Ίσως να σιώπησαν γιατί αισθάνονται ντροπή, γιατί θέλουν να ξεχάσουν, να λησμονήσουν, να απομακρυνθούν από τις αναμνήσεις τους γιατί είχαν ν’ αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα η οποία ήταν εξίσου σκληρή, γιατί είχαν να επιβιώσουν σε μια εποχή με διαλυμένες, από τον πόλεμο, οικονομίες. Δεν τους ψέγει κανείς.

     Από την άλλη πολλοί διηγήθηκαν και λίγοι κατέγραψαν και ίσως να ήταν αυτοί που δεν αισθάνθηκαν ντροπή γι’ αυτό που τους συνέβη, που αισθάνθηκαν ανακούφιση που τελείωσε αλλά ήταν αυτοί που η αιχμαλωσία τους σημάδεψε ολόκληρη την ύπαρξή τους και τη μετέπειτα ζωή τους. Άλλοι υπέφεραν και υποφέρουν ακόμα με τη θύμηση των συμφορών, άλλοι το εξέλαβαν ως εμπειρίες ζωής. Είναι γεγονότα που συνέβησαν, γεγονότα που δεν μπορούν να αποσιωπηθούν ή να απαλειφθούν  από την ιστορία, γεγονότα που μπορεί να ξανασυμβούν.

      Όμως ο πατέρας μου όλα αυτά τα χρόνια, παρόλες τις επώδυνες και αλησμόνητες εμπειρίες του, μας ενέπνευσε το σεβασμό στους άλλους, την ανιδιοτέλεια, την υπηρεσία στο καλό των συνανθρώπων μας, χωρίς εμπάθεια ή προκαταλήψεις. Καθοριστική στάθηκε για μας τα παιδιά του η αγάπη του για τη ζωή και το συνάνθρωπο, η προσπάθειά του για βελτίωση και καλυτέρευση των συνθηκών της δικής του αλλά και της δικής μας ζωής. Η αποφασιστικότητα και το ήθος του σ’ όλες τις πτυχές της ζωής του αποτέλεσε ορόσημο και σημείο αναφοράς για μας, τα παιδιά του. Με προσωπική προσπάθεια κατάφερε να ξεπεράσει γεγονότα που τον σημάδεψαν βαθιά όταν ήταν ακόμα παιδί, να ανδρωθεί μέσα σε καιρούς δύσκολους για την Ελλάδα, να αγωνιστεί για τη ζωή του που ξεκίνησε με μηδενικά εφόδια, να δημιουργήσει οικογένεια και να ζήσει δημιουργικά μέχρι τις μέρες μας.

Ήταν και είναι το παράδειγμά μας στους αγώνες της ζωής μας, τους περασμένους αλλά και τους μελλοντικούς.

      Η Β’ έκδοση του βιβλίου και η διανομή του σε φίλους και γνωστούς, εντός και εκτός Φωκίδας, λειτούργησε ως γέφυρα, και μας έφερε κοντά ως οικογένεια με επιζώντες των στρατοπέδων συγκέντρωσης από τα οποία πέρασε και ο πατέρας μου και συγγενείς τους. Αρκετοί ήταν αυτοί που επικοινώνησαν μαζί μας, για να εκφράσουν τη συμπάθειά τους, τη θλίψη τους και την υποστήριξή τους σ’ αυτό το εγχείρημα καταγραφής μιας προσωπικής  ιστορίας που τους επηρέασε βαθιά. Επίσης μερικοί μας επισκέφθηκαν στην Άμφισσα, θέλοντας να συναντήσουν από κοντά τον πατέρα μου, όντας συνοδοιπόρος με τους δικούς τους ανθρώπους, να ακούσουν παράλληλες αφηγήσεις και ιστορίες, να διασταυρώσουν πορείες και εμπειρίες, Αυτές οι συναντήσεις εκτυλίχθηκαν μέσα σε φορτισμένο συναισθηματικά κλίμα για όλους μας και υποσχεθήκαμε ότι δεν θα μείνουμε παρατηρητές της ιστορικής μνήμης εκείνης της ταραγμένης περιόδου αλλά θα προσπαθήσουμε να την συντηρήσουμε, να την διαδώσουμε με κάθε τρόπο λειτουργώντας ως φορείς αυτής της πολύτιμης παρακαταθήκης. Οι μνήμες αυτές δεν πρέπει να μένουν κλεισμένες στο παρελθόν, οφείλουν να ταξιδεύουν στο παρόν και να μας υπενθυμίζουν ότι η ιστορία δεν είναι απλώς γεγονότα αλλά ότι επηρεάζει ζωές και συναισθήματα σε όσους διαβάζουν και ακούνε.

           Στην πορεία αυτών των χρόνων πολύτιμος αρωγός για την πιστοποίηση των βιωμάτων των κρατουμένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στάθηκαν τα Arolsen Archives, τα οποία είναι τα σημαντικότερα διεθνή αρχεία για τα θύματα της ναζιστικής δίωξης και των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Μέσα  από την  ιστοσελίδα τους https://arolsen-archives.org/  και μετά από πολλές ώρες προσωπικής αναζήτησης βρήκα λίστες κρατουμένων, δελτία μεταγωγών, πληροφορίες για θανάτους και απελευθερώσεις, προσωπικά έγγραφα και διασωθέντα αντικείμενα ομήρων. Σ’ αυτά τα αρχεία μπόρεσα να εντοπίσω έγγραφο με λίστα και δελτία μεταγωγής περίπου 850 Eλλήνων στο στρατόπεδο Neuengamme  τις 25 Μαΐου 1944 (στην οποία βρισκόταν και ο πατέρας μου) καθώς και την καρτέλα μεταγωγής του από το στρατόπεδο Neuengamme στο Sachsenhausen την 1η Ιουλίου 1944.

      Το θέμα της μεταγωγής Eλλήνων στο στρατόπεδο  Neuengamme, τις συνθήκες διαβίωσης και εντοπισμού απογόνων θυμάτων ή επιζώντων του συγκεκριμένου στρατοπέδου, ερευνά λεπτομερώς ο κ. Λουκάς Λυμπερόπουλος, εκπαιδευτικός και ερευνητής με έδρα το Αμβούργο της Γερμανίας, με τον οποίο συνεργαζόμαστε από το 2019. Μέσω των αναζητήσεών του και τη βοήθεια απογόνων κρατουμένων έχουν εντοπιστεί συγγενείς αποβιωσάντων κρατουμένων και τους έχουνε επιστραφεί προσωπικά αντικείμενα συγγενών τους που βρέθηκαν όμηροι στο στρατόπεδο Neuengamme (πλησίον του Αμβούργου).

     Παράλληλα υπήρξε και υπάρχει συνεχής επικοινωνία με την κα Βάσω Πανάγου από τη Λάρισα και τον κο Ευθύμιο Ευθυμιάδη από τη Θεσσαλονίκη, οι οποίοι είχαν στενά συγγενικά τους πρόσωπα που βίωσαν μαζί με τον πατέρα μου τη φρίκη αυτών των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Η γνωριμία μαζί τους έφερε στο προσκήνιο παλιές μνήμες και αναζωπύρωσε στον πατέρα μου αναμνήσεις από το παρελθόν που ο χρόνος δεν κατόρθωσε να σβήσει. Οι ίδιοι είχαν και έχουν τεράστιο ενδιαφέρον για εκείνη την εποχή και τα γεγονότα που ακολούθησαν και σημάδεψαν τις δικές τους οικογένειες. Έχουν βοηθήσει συνεισφέροντας στην εύρεση απογόνων κρατουμένων που είχαν μεταφερθεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία και είχαν κοινές εμπειρίες με τον πατέρα μου, τόσο στη γνωριμία μεταξύ μας όσο και στην επιστροφή αντικειμένων κρατουμένων που βρέθηκαν στα αρχεία των στρατοπέδων στους απογόνους τους.

      Πέρα από τις επικοινωνίες και το μοίρασμα σκέψεων και αναμνήσεων, η εξάντληση της Β’ έκδοσης αυτού του βιβλίου με ώθησε στη δημιουργία της  ιστοσελίδας https://kokkinosloukasamf.blogspot.com/ με σκοπό να δοθεί η δυνατότητα στο ευρύτερο κοινό να γνωρίσει σε βάθος τη ζωή και τις εμπειρίες ενός ανθρώπου που επέζησε από τα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης αναδεικνύοντας τη σημασία της ιστορικής μνήμης και της ανθρώπινης αντοχής. Αφορμή στάθηκε η πεποίθησή μου ότι η διάδοση της μαρτυρίας του πατέρα μου δεν αποτελεί μόνο φόρο τιμής σε εκείνον που την έζησε, αλλά και χρέος απέναντι στη συλλογική μνήμη — ώστε το παρελθόν να μην παραδοθεί στη λήθη και οι φωνές εκείνων που δοκιμάστηκαν να συνεχίσουν να ακούγονται και πιθανόν να επηρεάσουν τις μελλοντικές γενιές.

      Στην καταγραφή και τη διάδοση των βιωμάτων του πατέρα μου υπήρξε καθοριστική η συμβολή του κου Ιάσονα Χανδρινού, ιστορικού και συγγραφέα, τον οποίο οφείλω να ευχαριστήσω θερμά για την αφοσίωση και την επιμονή του στη διάσωση της προφορικής ιστορίας. Ο κος Ιάσονας Χανδρινός επισκέφθηκε πολλές φορές την Άμφισσα, ερεύνησε την ιστορία της περιοχής, μέσα από αρχεία και αφηγήσεις επιζώντων της κατοχής, βιντεοσκόπησε τη μαρτυρία του πατέρα μου και μαζί με συνεντεύξεις άλλων 92 Ελλήνων και Ελληνίδων, την ενέταξε στο έργο «Μνήμες από την Κατοχή στην Ελλάδα», το οποίο γεννήθηκε από την ανάγκη να διασωθούν και να ακουστούν φωνές που κινδύνεψαν να σβήσουν μέσα στον χρόνο.

      Υλοποιήθηκε στο πλαίσιο προγράμματος του Freie Universität Berlin, σε γόνιμη σύμπραξη με το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ως μια ουσιαστική γέφυρα μνήμης ανάμεσα σε δύο χώρες που μοιράζονται ένα σύνθετο και φορτισμένο παρελθόν. Το πρόγραμμα υποστηρίχθηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και το Ίδρυμα «Μνήμη, Ευθύνη και Μέλλον». Το εγχείρημα αυτό υπερέβη τα όρια μιας απλής ιστορικής καταγραφής αλλά μετατράπηκε σε μια πράξη διατήρησης της μνήμης και σε έναν χώρο όπου οι προσωπικές μαρτυρίες συναντούν τη συλλογική ιστορία.

      Στην ιστοσελίδα https://www.occupation-memories.org/index.html (είναι προσβάσιμη από όλους στα ελληνικά και τα γερμανικά) φιλοξενείται όλο το υλικό των προφορικών μαρτυριών και βάση του οποίου δημιουργήθηκε μια ταινία-ντοκυμαντέρ καθώς και μια εκπαιδευτική Πλατφόρμα με οδηγό για εκπαιδευτικούς.  Υλικό της πλατφόρμας αυτής και επιπλέον αναρτήσεις βρίσκονται και στο Facebook στη σελίδα Online Archive "Memories of the Occupation in Greece" – MOG. Οι ανωτέρω συνεντεύξεις φιλοξενούνται επίσης και στην ιστοσελίδα https://www.oral-history.digital/en/index.html η οποία περιέχει αρχεία προφορικών μαρτυριών διαφόρων εθνικοτήτων και χρονικών περιόδων.

      Επίσης θερμές ευχαριστίες στην κα Ιωάννα Δεκατρή, φιλόλογο και Δ/ντρια του 5ου Γυμνασίου Περιστερίου, που συμμετείχε στην ομάδα σχεδιασμού και υλοποίησης της εκπαιδευτικής πλατφόρμας «Μνήμες από την Κατοχή στην Ελλάδα», και σχεδίασε  προτάσεις διδασκαλίας για μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αξιοποιώντας μαρτυρίες για τα «Στρατόπεδα Συγκέντρωσης», συμπεριλαμβανομένης και του πατέρα μου.

       Από την δημοσίευση της Β’ έκδοσης του βιβλίου ως τη στιγμή που έφυγε από κοντά μας (20 Φεβρουαρίου 2020) ο πατέρας μου Λουκάς Κόκκινος πραγματοποίησε ομιλίες σε σχολεία, αρθρογράφησε σε τοπικά έντυπα (Εφημερίδες : «ΤΑ ΣΑΛΩΝΑ» και «ΦΩΚΙΚΟΙ ΚΑΙΡΟΙ»)  και παραχώρησε συνεντεύξεις σε τηλεοπτικούς σταθμούς μεταφέροντας την εμπειρία του για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης με στόχο την ενημέρωση, την ευαισθητοποίηση και τη διάδοση της ιστορικής μνήμης.  Έκανε τη μνήμη λόγο κατανοητό και ζωντανό, ώστε να φτάσει σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και να παραμείνει ζωντανή στη συλλογική συνείδηση.

           Οι αφηγήσεις του επίσης Αμφισσέα ομήρου Στάθη Ασημακόπουλου, τις οποίες  κατέγραψε ο Γιώργος Κουτσοκλένης στο βιβλίο του «Χρονικό μιας ομηρίας», προσέφεραν μια ακόμη διάσταση στη συλλογική μνήμη. Ο συντοπίτης του πατέρα μου έλαβε τον αριθμό 33017, όταν έφτασαν μαζί στο στρατόπεδο Neuengamme. Η προσωπική του δοκιμασία μετατράπηκε σε φωνή που αντιστάθηκε στη λήθη και φώτισε μικρές αλλά κρίσιμες λεπτομέρειες της καθημερινότητας μέσα στα στρατόπεδα.

     Στο ίδιο νήμα μνήμης εντάσσεται και η μαρτυρία ενός ομήρου στο βιβλίο του συγγραφέα Κώστα Χαλέμου «Το νούμερο 32730: Η οδύσσεια ενός ομήρου», ο οποίος ήταν στο ίδιο τρένο μαζί με τον πατέρα μου καθ’ οδόν προς τη Γερμανία, και όταν έφτασε στο στρατόπεδο Neuengamme του έδωσαν το νούμερο 32730. Η αφήγησή του δεν αποτελεί απλώς καταγραφή γεγονότων, αλλά έναν καθρέφτη της ανθρώπινης δοκιμασίας — μια πορεία μέσα από τον πόνο, την απώλεια και τον αδιάκοπο αγώνα για επιβίωση.

      Παράλληλα, στο έργο «Συμπληρώνω τη μνήμη του κόσμου», η συγγραφέας Αννίτα Πανάρετου συλλέγει αφηγήσεις και μαρτυρίες πολλών ανθρώπων με ανάλογες εμπειρίες  από διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης μέσα από αυτοτελείς εκδόσεις, χειρόγραφα και ημερολόγια ομήρων, από κείμενα τρίτων βασισμένα σε αφηγήσεις και από απομαγνηματοφωνήσεις προφορικών αφηγήσεων.

              Μέσα από τις αναζητήσεις μου διαπίστωσα ότι, εκτός ελαχίστων προσπαθειών καταγραφής γεγονότων και μαρτυριών μέχρι σήμερα, γενικά υπάρχει ένας κόσμος σιωπής πίσω από τους ομήρους των γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, ένας κόσμος που γνώρισε το σκοτάδι από τις γραμμές των βαγονιών που ταξίδευαν προς το άγνωστο, μέχρι τις ώρες της επιβίωσης σε χώρους που σήμερα είναι φορείς ιστορίας και γεμάτοι αναμνήσεις. Γιαυτό κάθε μαρτυρία που διασώζεται, με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, κάθε αφήγηση που αναδύεται, κουβαλάει τη φωνή της αντοχής, της θλίψης και της αδάμαστης ανθρώπινης ψυχής. Το παρελθόν δεν μένει νεκρό· ταξιδεύει μέσα από τις σελίδες των βιβλίων, από τα περιεχόμενα  που αναρτώνται σε ιστοσελίδες και κοινωνικά μέσα δικτύωσης, αγγίζει τον αναγνώστη και θυμίζει ότι η μνήμη, όταν μοιράζεται, γίνεται πράξη ζωής.

      Τέλος, η διάσωση της μνήμης δεν είναι απλώς ιστορική ή εκπαιδευτική πρακτική· είναι μια βαθιά πράξη σεβασμού προς όσους έζησαν και υπέφεραν, αλλά και μια επένδυση στο μέλλον: ένα μέλλον που μπορεί να γίνει πιο δίκαιο, πιο συνειδητοποιημένο και πιο ανθρώπινο, χάρη στη γνώση των λαθών και των θριάμβων του παρελθόντος.