![]() |
| Πορεία θανάτου έξω από το Ζαξενχάουζεν |
Διάνυσα το χειμώνας του 1944 (Νοέμβρης 1944 – Μάρτης 1945) στο
στρατόπεδο Φάλκεζεν. Αρχές Απριλίου 1945
το μέτωπο άρχισε να καταρρέει.
Η πείνα όλο και δυνάμωνε, μερικές φορές δεν
είχαν ούτε ψωμί να μας δώσουν. Ευτυχώς που είχαμε κρατουμένους Βέλγους,
Ολλανδούς και Νορβηγούς και λαβαίνανε αυτοί δέματα από τον Ερυθρό Σταυρό και
μας δίνανε το φαγητό τους, δηλαδή αυτή τη νερόσουπα, όχι βέβαια
πάντοτε.
Δεν επέτρεπαν στον Ερυθρό Σταυρό να δίνει δέματα στα κράτη που είχαν
κομμουνιστικό καθεστώς και τους πολεμούσαν. Έλεγαν ότι η Ελλάδα είχε
κομμουνιστικό καθεστώς.
Οι βομβαρδισμοί γίνονταν μέρα νύχτα και τα
μέτωπα προχωρούσαν από ανατολικά και δυτικά[1]. Τα
νέα τα μαθαίναμε όλα στο εργοστάσιο. Τη γερανογέφυρα τη δούλευε μια πολωνέζα
ελεύθερη εργάτρια. Δεν βάζανε από εμάς κανένα, για να μη δραπετεύσουμε. Τα
μεσάνυχτα διπλάρωνε σε μια τσιμεντοκολόνα και έπαιρνε το σήμα άλλος πολωνός από
κάτω και μας τα έλεγε, οπότε παίρναμε θάρρος.
'Όταν φτάσανε οι Ρώσοι στην Πολωνία, σε ένα ποταμό καθυστέρησαν να τον
περάσουν (πρέπει να ήταν ο ποταμός Όντερ). Αλλά μόλις τον πέρασαν, τότε το
ηθικό μας αναπτερώθηκε και ελπίζαμε ότι, πρώτα ο θεός, θα ζήσουμε. Άρχιζαν να ακούγονται τα κανόνια τα Ρωσικά.
Το εργοστάσιο συνέχιζε να δουλεύει. Οι πληροφορίες έλεγαν ότι εμείς θα πέσουμε
στους Ρώσους. Διατρέχαμε όμως τον κίνδυνο να μας μεταφέρουν, όπως είχαμε
ακούσει που έκαναν σε άλλα στρατόπεδα. Βέβαια πού να μας πάνε; Το τέρμα ήταν το
Βερολίνο. Στα άλλα στρατόπεδα τους μετέφεραν, με αποτέλεσμα στο δρόμο να
σκοτώνουν όποιον δεν μπορούσε να βαδίσει.
